Γράφει ο Γεώργιος Κιούσης, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, FIVI Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης
Ο ορμονικός έλεγχος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την εκτίμηση της ωοθηκικής λειτουργίας, τον καθορισμό του εξατομικευμένου πρωτοκόλλου ελεγχόμενης διέγερσης των ωοθηκών (COH), καθώς και τη δυναμική παρακολούθηση της ωοθηλακικής ανταπόκρισης.
Οι τιμές αναφοράς δεν είναι καθολικές. Η κλινική αξιολόγηση των βιοχημηκών δεικτών πραγματοποιείται πάντα σε συνάρτηση με την ηλικία της ασθενούς, τη φάση του εμμηνορυσιακού κύκλου, τα υπερηχογραφικά ευρήματα (π.χ. την καταμέτρηση των αρχέγονων ωοθηλακίων – AFC), και το ατομικό ιατρικό ιστορικό.
Κλινική σημασία των κυριότερων ορμονικών δεικτών
- Αντιμυλλέριος Ορμόνη (ΑΜΗ): Αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο ποσοτικό δείκτη των ωοθηκικών εφεδρειών, και αποτελεί προβλεπτικό παράγοντα της ωοθηκικής απάντησης στη διέγερση. Χαμηλά επίπεδα ΑΜΗ υποδηλώνουν μειωμένο ωοθηκικό απόθεμα, ενώ παθολογικά υψηλές τιμές σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο Συνδρόμου Υπερδιέγερσης των Ωοθηκών σε τυχόν διέγερση (OHSS), ή με το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών (PCOS).
- Θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH): Προσδιορίζεται κατά την πρωίμη ωοθηλακική φάση, ή την πρώιμη παραγωγική φάση του ενδομητρίου (2η-4η ημέρα του κύκλου). Η προοδευτική αύξησή των επιπέδων της αντανακλά τη σταδιακή εξάντληση των ωοθηκικών αποθεμάτων. Για την ορθή ερμηνεία της απαιτείται η ταυτόχρονη συνεκτίμηση των επιπέδων οιστραδιόλης.
- Οιστραδιόλη (E2): Αντικατοπτρίζει τη μεταβολική δραστηριότητα και την ωρίμανση των ωοθηλακίων. Αυξημένες τιμές στην αρχή του κύκλου ενδέχεται να προκαλέσουν τεχνητή κατάστολή της FSH, αλλοιώνοντας την κλινική εικόνα. Κατά τη διάρκεια της διέγερσης η δυναμική αύξηση της Ε2 παρακολουθείται παράλληλα με τη διάμετρο των ωοθηλακίων μέσω υπερηχογραφήματος.
- Ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH): Διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην τελική ωρίμανση του ωαρίου και την επαγωγή της ωορρηξίας. Διακυμάνσεις των τιμών της LH ενδέχεται να υποδεικνύουν ωοθηλακιορρηκτικές δυσλειτουργίες, ή ακόμα και να οφείλονται στη δράση των χρησιμοποιούμενων αναλόγων (ανταγωνιστών/αγωνιστών) για την καταστολή της πρόωρης αιχμής της.
- Προγεστερόνη (PRG): Διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα κατά την παραγωγική φάση. Η πρόωρη άνοδός της πριν από την τελική ωρίμανση (triggering) συνδέεται με ασύγχρονη ωρίμανση του ενδομητρίου, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα ποσοστά εμφύτευσης, ή επίσης μπορεί να επιβάλει τη στρατηγηκή “Freeze-all” (κρυοσυντήρηση όλων των εμβρύων και χρονική μετάθεση της εμβρυομεταφοράς).
- Θυρεοειδοτρόπος ορμόμη (TSH): Η εύρυθμη λειτουργία του θυροειδικού άξονα είναι απαραίτητη για τη γονιμότητα, όπως και για την κύηση. Κλινικές ή υποκλινικές διαταραχές (υποθυροειδισμός/υπερθυροειδισμός) μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά, και απαιτούν άμεση αποκατάσταση.
- Προλακτίνη (PRL): Η υπερπρολακτιναμία δύναται να αναστείλει την έκκριση της GnRh, προκαλώντας διαταραχές του κύκλου και ανωοθηλακιορρηξία. Ο έλεγχος της ενδείκνυται επί σχετικών κλινικών υπονοιών.
Συμπέρασμα : H επιλογή, ο έλεγχος και ο χρονισμός του ορμονικού προφίλ ελέγχονται από τον εξειδικευμένο Ιατρό αναπαραγωγής, εξατομικεύοντας κάθε φορά τη θεραπεία, με στόχο τη βελτιστοποίηση του θεραπευτικού σχήματος και τη μεγιστοποίηση των ποσοστών επιτυχίας.


