/

2 min/

Blog/

Από Νόνικα Ταρλατζή

Γράφει η Νόνικα Ταρλατζή, Αναπληρώτρια Επιστημονικά Υπεύθυνη της FIVI

Η υπογονιμότητα ενός ζευγαριού μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες ή σε συνδυασμό αυτών. Για το λόγο αυτό η γυναίκα και ο άνδρας πρέπει να υποβάλλονται και οι δύο σε εξετάσεις.

Η αρχική διερεύνηση της ανδρικής υπογονιμότητας περιλαμβάνει ένα σπερμοδιάγραμμα και μία καλλιέργεια σπέρματος. Για να είναι πιο σωστή η αξιολόγηση του σπέρματος, καλό είναι να επαναλαμβάνεται η εξέταση, κατά προτίμηση μετά από 3 μήνες. Είναι γνωστό ότι το σπέρμα έχει διακυμάνσεις στην πάροδο του χρόνου και η σπερματογένεση γίνεται κάθε περίπου 75 μέρες.

Στη συνέχεια, και ανάλογα με τα αποτελέσματα, κρίνεται εάν είναι σκόπιμη η επίσκεψη σε κάποιον ειδικό ουρολόγο-ανδρολόγο καθώς και εάν είναι απαραίτητες περαιτέρω εξετάσεις όπως ορμονικές ή γενετικές εξετάσεις και υπερηχογράφημα όσχεου.

Στην περίπτωση όπου δεν βρίσκονται καθόλου σπερματοζωάρια κατά την εκσπερμάτιση, και δίνεται η διάγνωση της αζωοσπερμίας, μπορεί να διενεργηθεί βιοψία των όρχεων για την αναζήτηση τους στον ορχικό ιστό και εάν βρεθούν σπερματοζωάρια, αυτά μπορούν να καταψυχθούν για μελλοντική τους χρήση.

Όταν ένα ζευγάρι υποβάλλεται σε εξωσωματική γονιμοποίηση και εφόσον υπάρχει ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας, ακολουθείται η μέθοδος της μικρογονιμοποίησης (ICSI). Η μέθοδος αυτή ανακαλύφθηκε το 1992 στις Βρυξέλλες, στο Βέλγιο, και από τότε χρησιμοποιείται ευρέως στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Με τη μέθοδο αυτή, επιλέγεται στο μικροσκόπιο ένα σπερματοζωάριο για κάθε ωάριο και εισάγεται μέσα σε αυτό με μικροχειρισμούς. Με την τεχνική αυτή έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα και υψηλό ποσοστό γονιμοποίησης.

Η επαναστατική αυτή μέθοδος άλλαξε για πάντα το μέλλον της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της εξωσωματικής γονιμοποίησης, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας απόκτησης παιδιού με δικό τους γεννητικό υλικό.

blank

Νόνικα (Θεώνη) Ταρλατζή

MD, MSc

Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Αναπληρώτρια Επιστημονικά Υπεύθυνη FIVI Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

Ζητήστε πληροφορίες

/

2 min/

Blog/

Από Ιουλία Μπόσδου

Γράφει η  Ιουλία Μπόσδου, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, FIVI Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

 

Υπογονιμότητα ορίζεται, ως η αδυναμία σύλληψης μετά από ένα χρόνο συχνών επαφών χωρίς προφύλαξη. Η υπογονιμότητα απασχολεί περισσότερα από 34 εκατομμύρια ζευγάρια παγκοσμίως, ενώ σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας  θεωρείται πλέον ασθένεια. Μετά τους πρώτους 12 μήνες ελεύθερων επαφών, περίπου το 84% των ζευγαριών θα έχει πετύχει εγκυμοσύνη. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι σκόπιμο το υπογόνιμο ζευγάρι να υποβληθεί σε διερεύνηση, που περιλαμβάνει εκτός από το ιστορικό και την φυσική εξέταση, ανάλυση σπέρματος, έλεγχο διαβατότητας σαλπίγγων, έλεγχο ανατομίας μήτρας και επιβεβαίωση ωορρηξίας. Σε ένα ποσοστό 70-75% θα διαγνωστεί κάποια μορφή παθολογίας του ανδρικού ή του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος, που συμβάλλει στην υπογονιμότητα. Στο υπόλοιπο 25-30% των ζευγαριών με φυσιολογική ωοθηκική λειτουργία, φυσιολογική ανατομία σαλπίγγων, μήτρας και τραχήλου και φυσιολογικό σπερμοδιάγραμμα, τίθεται η διάγνωση της ανεξήγητης υπογονιμότητας.

Είναι προφανές, ότι ο ορισμός της ανεξήγητης υπογονιμότητας είναι δυναμικός και εξαρτάται από τις διαθέσιμες εδραιωμένες διαγνωστικές μεθόδους. Λόγω απουσίας συγκεκριμένης αιτίας υπογονιμότητας, η προσέγγιση του ζευγαριού εστιάζεται λιγότερο στη θεραπεία που ούτως ή άλλως δεν είναι αιτιολογική και περισσότερο στην πρόγνωση, στην εκτίμηση της πιθανότητας δηλαδή να πετύχει το ζευγάρι εγκυμοσύνη με ή χωρίς παρέμβαση σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τα μοντέλα πρόγνωσης έχουν δημιουργηθεί με κύριο σκοπό την ενημέρωση του ζευγαριού για τις πιθανότητες σύλληψης και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επιλογή ή μη θεραπευτικής προσέγγισης καθώς και το χρόνο έναρξης της τελευταίας. Τα προγνωστικά αυτά μοντέλα ενσωματώνουν χαρακτηριστικά του υπογόνιμου ζευγαριού για να υπολογίσουν τις πιθανότητες φυσιολογικής σύλληψης σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, όπως είναι το μοντέλο Hunault ή να συγκρίνουν την πιθανότητα σύλληψης ανάμεσα σε διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως είναι το μοντέλο McLernon.

Η αδυναμία εντοπισμού αιτίων υπογονιμότητας στα ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα καθιστά την επιλογή θεραπείας εμπειρική. Συνήθως, εφαρμόζονται οι μέθοδοι Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα αίτια υπογονιμότητας, που στην περίπτωση αυτή, βέβαια, απουσιάζουν. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να επιτρέπουν την ασφαλή σύγκριση μεταξύ των διαφόρων μεθόδων, οι οποίες  περιλαμβάνουν:

  1. Αναμονή αυτόματης σύλληψης με ή χωρίς χρονισμένες επαφές
  2. Χορήγηση κιτρικής κλομιφαίνης ή λετροζόλης
  3. Επαύξηση ωοθυλακιορρηξίας με γοναδοτροπίνες
  4. Ενδομήτρια σπερματέγχυση με ή χωρίς διέγερση ωοθηκών με γοναδοτροπίνες
  5. Εξωσωματική γονιμοποίηση (κλασική γονιμοποίηση ή μικρογονιμοποίηση)

Σε ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα, στα οποία οι γυναίκες υποβάλλονται σε πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, η κιτρική κλομιφαίνη δε φαίνεται να υπερτερεί σε σύγκριση με τη λετροζόλη όσον αφορά την πιθανότητα γέννησης ζώντος νεογνού. Η ενδομήτρια σπερματέγχυση με ή χωρίς διέγερση των ωοθηκών έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας, πριν την εξωσωματική γονιμοποίηση. Η διέγερση ωοθηκών σε ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα που υποβάλλονται σε ενδομήτρια σπερματέγχυση αυξάνει την πιθανότητα γέννησης ζώντος νεογνού και καταλήγει σε υψηλότερη πιθανότητα εγκυμοσύνης σε σύγκριση με  την αναμονή φυσιολογικής σύλληψης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα, όσον αφορά τη σύγκριση ανάμεσα σε ενδομήτρια σπερματέγχυση με ή χωρίς διέγερση ωοθηκών και την εξωσωματική γονιμοποίηση αναφορικώς με  την πιθανότητα γέννησης ζώντος νεογνού. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι για την απόφαση ανάμεσα σε εξωσωματική γονιμοποίηση και ενδομήτρια σπερματέγχυση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν η ηλικία της γυναίκας, το ωοθηκικό δυναμικό της  και η αναμενόμενη πιθανότητα εγκυμοσύνης.

 

 

Ζητήστε πληροφορίες

/

2 min/

Blog/

Από Χρήστος Παππάς

Γράφει o Χρήστος Παππάς, Μαιευτήρας- Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, FIVI

Με τον όρο γονιμότητα χαρακτηρίζουμε την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου να μπορεί να τεκνοποιήσει κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Η επίτευξη μίας εγκυμοσύνης γίνεται με φυσικό τρόπο ή όταν πρόκειται για ζευγάρια που αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υπογονιμότητας με κάποια από τις μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Στον δυτικό κόσμο περίπου ένα στα έξι ζευγάρια αντιμετωπίζουν δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης και θα χρειαστούν συμβουλευτική ή θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής από εξειδικευμένους γιατρούς .

Οι παράγοντες υπογονιμότητας είναι ο ανδρικός, γυναικείος, ο μικτός (που αφορά και τους δύο) και τέλος η ανεξήγητη υπογονιμότητα που είναι περίπου το 15% των ζευγαριών.

Στους άνδρες οι μεταβολές στον αριθμό-κινητικότητα – μορφολογία του σπέρματος καθώς και η στυτική δυσλειτουργία είναι οι συχνότερες αιτίες υπογονιμότητας. Η γονιδιακή προδιάθεση, λοιμώξεις, τοξικοί παράγοντες καθώς και ο τρόπος ζωής (κάπνισμα, διατροφή, συνθήκες εργασίας κ.λ.π.) παίζουν καθοριστικό ρόλο στην λειτουργία του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος.

Οι κυριότερες αιτίες της γυναικείας υπογονιμότητας είναι προβλήματα των σαλπίγγων, ανατομικές διαμαρτίες της μήτρας, ενδομητρίωση, το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, ανοσολογικοί παράγοντες, διαταραχές στην πήξη του αίματος και η ηλικία που αποτελεί και τον κυριότερο παράγοντα στις προηγμένες χώρες τις τελευταίες δεκαετίες.

Η κατάλληλη διερεύνηση του ζευγαριού που έρχεται αντιμέτωπη με θέματα υπογονιμότητας καθορίζει το είδος της θεραπείας και φυσικά το αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο από τη γέννηση ενός υγιούς παιδιού.

Στην περίπτωση του άνδρα η λήψη ενός ιατρικού ιστορικού καθώς και η διενέργεια ενός σπερμοδιαγράμματος και μίας καλλιέργειας σπέρματος ενώ για την γυναίκα το ιατρικό ιστορικό, υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, ορμονομολικός έλεγχος και η υστερολπιγγογραφία δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την εκτίμηση και επιλογή θεραπείας για το κάθε ζευγάρι.

Οι μέθοδοι υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι η παρακολούθηση του κύκλου της γυναίκας για σεξουαλική επαφή την ημέρα της ωορρηξίας, η ενδομήτρια σπερματέγχυση και η εξωσωματική γονιμοποίηση. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να γίνει χρήση ωοθυλακιορρηκτικών φαρμάκων ή θεραπεία στον φυσικό κύκλο της γυναίκας.

Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στην εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η δυνατότητα κρυοσυντήρησης του γενετικού υλικού. Η μέθοδος αυτή έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς άνδρες να μπορούν διατηρήσουν τη γονιμότητά τους κρυοσυντηρώντας σπέρμα ή αρχικό ιστό που προέρχεται από βιοψία όρχεων και στις γυναίκες την κρυοσυντήρηση ωαρίων ή ωοθηκικού ιστού με σκοπό την μελλοντική χρήση τους.

Η συντήρηση γονιμότητας απευθύνεται σε γυναίκες οι οποίες για λόγους ιατρικούς, κοινωνικούς ή επαγγελματικούς δεν έχουν στα άμεσα σχέδιά τους την τεκνοποίηση.

Η πρώτη και σημαντικότερη κατηγορία είναι των γυναικών που θέλουν να ακολουθήσουν αυτή την θεραπεία για ιατρικούς λόγους, δηλαδή είτε πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των ωοθηκών ή να λάβουν θεραπεία που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη γονιμότητά τους (π.χ χημειοθεραπεία). Με το πρόγραμμα συντήρησης γονιμότητας πριν από αυτές τις διαδικασίες δίνεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης του γενετικού υλικού ακόμα κι αν περάσουν αρκετά χρόνια από την ολοκλήρωση των θεραπειών.

Ένας άλλος επίσης ιατρικός λόγος είναι η ύπαρξη στο κληρονομικό ιστορικό της γυναίκας συγγενούς πρώτου βαθμού με ιστορικό πρόωρης εμμηνόπαυσης. Οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζουν νωρίτερα διεργασίες μείωσης των αποθεμάτων σε ωάρια και επομένως οδηγούνται συχνότερα από τον γενικό πληθυσμό σε ωοθηκική δυσλειτουργία και υπογονιμότητα. Με την κρυοσυντήρηση των ωαρίων τους δίδεται η ευκαιρία να τεκνοποιήσουν με το δικό τους γενετικό υλικό ακόμα και αν βρίσκονται σε περίοδο εμμηνόπαυσης.

Οι κοινωνικοί και επαγγελματικοί λόγοι είναι επίσης πολύ συχνοί. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής οδηγεί τις γυναίκες να αποφασίζουν τη δημιουργία οικογένειας σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την τεκνοποίηση. Η δυνατότητα έγκαιρης κρυοσυντήρησης των ωαρίων απαλλάσσει τις γυναίκες από το άγχος αυτό.

Η διαδικασία της μεθόδου αυτής αφορά την διέγερση των ωοθηκών με γοναδοτροπίνες (ενέσιμα φάρμακα) για την παραγωγή πολλαπλού αριθμού ωαρίων. Πριν την έναρξη θεραπείας γίνεται ο απαραίτητος έλεγχος (λήψη ιατρικού ιστορικού, υπερηχογράφημα, αιματολογικός έλεγχος) για τον καθορισμό πρωτοκόλλου και δοσολογίας των φαρμάκων. Υπάρχουν διαφορετικά πρωτόκολλα διέγερσης με συνηθέστερο σήμερα το βραχύ που απαιτεί καθημερινή θεραπεία για 10-12 ημέρες. Στο διάστημα αυτό γίνεται τακτική υπερηχογραφική παρακολούθηση και καταγραφή των ωοθυλακίων, καθορισμός των ορμονών και στο τέλος της θεραπείας ωοληψία (συλλογή των ωαρίων) υπό μέθη και κρυοσυντήρησή τους με την μέθοδο της υαλοποίησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει και στον φυσικό κύκλο της γυναίκας ειδικά όταν απαγορεύεται η λήψη φαρμάκων για ιατρικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή γίνεται παρακολούθηση του κύκλου και επιλογή της κατάλληλης ημέρας για ωοληψία. Αρκετές φορές η διαδικασία επαναλαμβάνεται για να συλλεχτούν και να κρυοσυντηρηθούν περισσότερα από ένα ωάρια μιας και ο αριθμός είναι σημαντική παράμετρος για την επιτυχία της μεθόδου.

Η μέθοδος θεωρείται αρκετά ασφαλής και ελεγχόμενη μιας και η πιθανότητα σοβαρών παρενεργειών από τα φάρμακα και επιπλοκών κατά την ωοληψία είναι πάρα πολύ μικρή.

 

Χάρη στην εξέλιξη των φαρμάκων, των πρωτοκόλλων και των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και κρυοσυντήρησης οι γυναίκες μπορούν να διαχειριστούν τη γονιμότητά τους εξασφαλίζοντας την αποθήκευση των ωαρίων τους και με τον τρόπο αυτό να καθορίζουν οι ίδιες την αναπαραγωγική τους προοπτική χωρίς την πίεση της ηλικίας.

blank

Χρήστος Παππάς

MD, PhD, MSc

Μαιευτήρας- Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, FIVI Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

Ζητήστε πληροφορίες